ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

29 Μαϊου 1453 - Η Άλωση της Πόλης - Οι τελευταίες ώρες...




Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου.

Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην γεμάτη άταφα πτώματα, πεδιάδα του Λύκου.

Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε.

Η Πόλη των πόλεων, θα ζούσε άλλη μια ημέρα σκληρής πολιορκίας. Ο καιρός δεν ήταν πολύ κρύος, είχε όμως μια υγρασία που τρυπούσε τα κόκαλα.

Τύλιξε τον βαρύ μαύρο μανδύα του πάνω από την πανοπλία του. Ήταν κουρασμένος. Όλα τα μέλη του πονούσαν φρικτά.

Στην σκουρόχρωμη μεταλλική του πανοπλία, η υγρασία σχημάτιζε μικρά αυλάκια νερού που έπεφταν στο έδαφος.

Στο βάθος, στο στρατόπεδο του Αμιρά, η νύχτα είχε γίνει μέρα από τις εκατοντάδες φωτιές που είχαν ανάψει.

Τα τύμπανα δεν σταματούσαν λεπτό να χτυπούν. Οι κραυγές και οι επικλήσεις στον Θεό τους, ακουγόταν καθαρά μέχρι τα τείχη που στέκονταν ο ίδιος.

Οι δερβίσηδες έκλαιγαν και υπόσχονταν στους στρατιώτες του εχθρού πιλάφι και γυναίκες στον παράδεισο, εάν πεθάνουν τιμημένα στη μάχη Ένα άσχημο προαίσθημα έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Έφερε το χέρι του στο τεράστιο σπαθί του και χάιδεψε τη λαβή.

Έστριψε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και είδε ότι στα υπερήφανα τείχη, είχαν απομείνει ελάχιστοι υπερασπιστές.

Οι περισσότεροι εξουθενωμένοι κοιμόντουσαν με τις πανοπλίες τους και τα σπαθιά στο χέρι. Κάποιοι είχαν αφήσει τα αρκεβούζια τους επάνω στις πολεμίστρες και απλά περίμεναν.

Όλοι ήξεραν ότι η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν η πιο δύσκολη και η καθοριστικότερη από όλες τις ημέρες της πολιορκίας.

Από τις 7 Απριλίου πολεμούσαν αδιάκοπα έναν δυνατότερο και πολυάριθμο εχθρό. Και όμως άντεχαν. Κάθε ημέρα στις επάλξεις θέριζαν όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Η τεράστια τάφρος από κάτω είχε γεμίσει και αυτή πτώματα. Κι όμως εκείνοι δεν τα παρατούσαν και με περισσότερη λύσσα κάθε φορά επιχειρούσαν εξ εφόδου να καταλάβουν τα τείχη.

Ξημέρωνε η 29η Μαΐου, του Σωτήριου έτους 1453. Σε λίγη ώρα στα τείχη θα εμφανιζόταν να πάρει τη θέση του στις πολεμίστρες ανάμεσα στους συμπολεμιστές του, σαν απλός στρατιώτης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ο τελευταίος αυτοκράτορας της χιλιόχρονης Πόλης…

Ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης συνέχιζε να κοιτά προς το στρατόπεδο του Αμιρά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που άνθρωποι του σουλτάνου, εκείνου του νεαρού με τη γαμψή μύτη και τα σχιστά παμπόνηρα μάτια, τον είχαν πλησιάσει και του είχαν προτείνει να παρατήσει τον Αυτοκράτορα και να πάει με το μέρος τους.

Θα τον έπνιγαν στα χρυσάφια.

Και εκείνον και τους 800 συντρόφους του που τον ακολουθούσαν πιστά χρόνια τώρα.

Ο μικρός στρατός μισθοφόρων που είχε δημιουργήσει ήταν ο καλύτερος στην Ευρώπη για την υπεράσπιση κάστρων.

Ο 21 ετών Μεχμέτ του είχε διαμηνύσει σε τόνο που δεν σήκωνε αμφισβήτηση: “Έλα μαζί μου και θα έχεις ότι ζητήσεις. Πράγματα που ούτε έχεις φανταστεί. Μείνε με τον Αυτοκράτορα και σε περιμένει ο θάνατος”

Έφθασε στην Πόλη στα μέσα του χειμώνα στις 26 του Γενάρη. Τα δυο πλοία του με τους 800 σιδερόφραχτους ατρόμητους πολεμιστές του, έδεσαν στο λιμάνι του Βουκολέωντα.

Όταν κατέβηκαν και παρατάχθηκαν μπροστά στον προβλήτα περιμένοντας τον Αυτοκράτορα, ο κόσμος τους αγκάλιαζε και έκλαιγε από χαρά.

Στα πρόσωπα τους έβλεπε τη σωτηρία τους. Ο αυτοκράτορας τον εμπιστεύτηκε και τον έχρισε αμέσως Πρωτοστράτορα.

Είχε υπό τη διοίκηση του ολόκληρη την άμυνα της Πόλης. Ο Κωνσταντίνος του έδειξε απεριόριστη εμπιστοσύνη και ο Ιωάννης Ιουστινιάννης δεν επρόκειτο να τον προδώσει.

Στην Ευρώπη όλη, οι βασιλιάδες και οι ευγενείς τον ήξεραν με το όνομα του Giovanni Guistiniani Longo.

Οι Βυζαντινοί τον φώναζαν Καπετάν-Γιουστουνιά, οι εχθροί του, που τον έτρεμαν τον φώναζαν “Μαύρο Άγγελο”.

Η σκουρόχρωμη γκρίζα βαριά μεταλλική του πανοπλία, ο μαύρος μανδύας του και το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ειδικά όταν “έριχνε” την περικεφαλαία του να καλύψει το πρόσωπο του, τον έκαναν να δείχνει σαν Άγγελος θανάτου…

Αμέσως έπιασε δουλειά. Χώρισε και αναδιάταξε τον στρατό. Τους εκπαίδευσε όσο μπορούσε καλύτερα, στα σύγχρονα όπλα, και ζήτησε να επιδιορθωθούν τα τείχη.

Απαίτησε από τον αυτοκράτορα να πάρει δια της βίας όσους από τους νέους της Κωνσταντινούπολης είχαν κλειστεί σε μοναστήρια, για να μην πολεμήσουν και δυστυχώς ήταν πολλοί.

Έδωσε στον κάθε στρατιώτη ρόλο.

Όρισε το σημείο των τειχών που θα υπερασπιζόταν ο κάθε ευγενής Και τοποθέτησε τους δικούς του 800 ιππότες στα πιο καίρια και επικίνδυνα σημεία.

Κάθε βράδυ δειπνούσε με τον αυτοκράτορα και κατέστρωναν σχέδια για να μην αφήσουν τα Θεοδοσιανά τείχη να τα πατήσει ο εχθρός.

Κάθε βράδυ ζούσαν σαν να ήταν το τελευταίο. Οι υπερασπιστές ήταν αυτό που λέμε “μετρημένα κουκιά”: 5.000 Βυζαντινοί και 2.500 Γενουάτες, Ενετοί, Ισπανοί ακόμη και Τούρκοι. Σύνολο με τις εφεδρείες το πολύ 9.000 ψυχές.

Και οι απέναντι; Αναρίθμητοι. Ξεπερνούσαν τις 150.000. Οι περισσότεροι Τούρκοι, αλλά και πολλοί Βούλγαροι, Σέρβοι, Ούγγροι, Βόσνιοι, Αγαρηνοί, Αμπχάζιοι, ακόμη και …Έλληνες.

Τον Ιουστινιάνη όμως όπως και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο δεν τους απασχολούσε η μεγάλη μάζα του στρατού του Μεχμέτ.

Ούτε οι Βασιβουζούκοι, ούτε οι Σπάχηδες μπορούσαν να συγκριθούν με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους.

Τον Αυτοκράτορα και τον Πρωτοστράτορα τους έκαιγαν τα 20.000 εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα που είχε σαν προσωπική φρουρά ο Μεχμέτ. Τους ονόμαζαν Γενίτσαρους. Αυτούς έπρεπε να εξολοθρεύσει ο Βυζαντινός στρατός…

Το τελευταίο βράδυ μετά τη λειτουργία στην Αγία Σοφία και πριν πάρει το δρόμο του προς τα τείχη, ο Ιουστινιάνης συναντήθηκε στο “Αυγουσταίον”, με τον Αυτοκράτορα.

Περπάτησαν μαζί τη Μέση Οδόν και στα αριστερά τους είχαν τον Ιππόδρομο.

Η φρουρά του Κωνσταντίνου είχε μείνει διακριτικά λίγο πιο πίσω, μαζί με τη φρουρά του Μαύρου Άγγελου. Δίπλα στον Αυτοκράτορα βρισκόταν ο άνθρωπος που ο Ιουστινιάννης μισούσε περισσότερο από οποιονδήποτε.

Ο Μέγας Δούξ, ο Λουκάς Νοταράς. Ο άνθρωπος που προτιμούσε το “Τούρκικο Σαρίκι από την Λατινική καλύπτρα”.

Ο Ιουστινιάννης ζήτησε από τον Αυτοκράτορα το πρωί όταν θα ξεκινούσε η μάχη να τον κλειδώσει αυτόν και τους άλλους στρατιώτες, στην Πύλη που υπερασπιζόταν για να μην μπορέσει κανείς να φύγει:

“Ή θα νικήσουμε ή θα πεθάνουμε όλοι μας επάνω στην Πέμπτη (Πύλη) και στον Άγιο Ρωμανό” του είπε και κάρφωσε δολοφονικά τα μάτια του στον Μέγα Δούκα.

Ο κόσμος που συνέχιζε να βγαίνει εκείνη την ώρα από την Αγία Σοφία είδε τον Αυτοκράτορα του, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να δακρύζει και να αγκαλιάζει τον Πρωτοστράτορα του. Ο Λουκάς Νοταράς χαμογέλασε ειρωνικά…

Ο Μέγας Δούκας της Κωνσταντινούπολης ποτέ δεν συμπάθησε τον Γενουάτη Ιουστινιάνη. Ποτέ δεν του άρεσε οτιδήποτε προέρχονταν από τη Δύση και οτιδήποτε ήταν λατινικό.

Προτιμούσε τους Οθωμανούς και τον νέο σουλτάνο Μεχμέτ.

Εξάλλου ήταν μόλις 21 ετών και σε μια ενδεχόμενη κατάληψη της Πόλης από εκείνον θα μπορούσε εύκολα να τον χειραγωγήσει…

Ήταν ο Μεγας Δούκας της Πόλης και εάν πέθαινε ο αυτοκράτορας εκείνος θα αναλάμβανε… Ο Λουκάς Νοταράς, όχι μόνο δεν συμπαθούσε τον Ιουστινιάνη αλλά τον φοβόταν κιόλας.

Όχι τόσο λόγω παρουσιαστικού.

Τον φοβόταν γιατί λίγες ημέρες πριν λίγο έλειψε να του κόψει το κεφάλι μπροστά στον Κωνσταντίνο.

Εκείνο το απόγευμα που ο Αυτοκράτορας και ο Πρωτοστράτορας πολεμούσαν για ώρες στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Εκείνο το απόγευμα που οι Οθωμανοί λίγο έλειψε να μπούν στην θεοφύλακτη Πόλη. Τότε που ο Πρωτοστράτορας του έστειλε αγγελιοφόρο στα Θαλασσινά τείχη όπου βρισκόταν:

“ Μεγάλε Δούκα χρειαζόμαστε επειγόντως τα κανόνια και τους πολεμιστές σου. Εκεί που τα κρατάς σήμερα δεν γίνεται μάχη.

Πρέπει να έρθουν όλοι ΑΜΕΣΩΣ προς βοήθεια, στην Πύλη του Αγίου (Ρωμανού). Το ρήγμα στα τείχη είναι μεγάλο. Δεν θα αντέξουμε για πολύ. Τα σκυλιά θα μπουν μέσα”

Η απάντηση του Νοταρά ήταν λιτή. “Κανείς δεν θα πάει πουθενά. Τους χρειάζομαι εδώ”. Τελικά ο αυτοκράτορας και οι υπερασπιστές στα τείχη αν και πολεμούσαν από το πρωί κατάφεραν το απόγευμα να τσακίσουν όλους τους εχθρούς.

Λίγοι πάτησαν τα τείχη και εκείνοι μακελεύτηκαν αμέσως. Το βράδυ στο παλάτι στις Βλαχέρνες ο Ιουστινιάνης μπήκε στη Μεγάλη αίθουσα βρώμικος και κατάκοπος από την πολύωρη μάχη. Με συννεφιασμένο βλέμμα έψαξε τον Νοταρά.

Ήταν ο μοναδικός στην αίθουσα, ντυμένος με καθαρά ρούχα και “ατσαλάκωτος”. Στεκόταν δίπλα στον εξουθενωμένο Παλαιολόγο.

Η μεταλλική μαύρη φορεσιά του Γενουάτη έτριξε καθώς εκείνος πλησίαζε με δυο δρασκελιές τον Νοταρά. Το σκοτεινό βλέμμα του, τρόμαξε μέχρι και τον αυτοκράτορα.

Ο Ιουστινιάνης έβγαλε το τεράστιο σπαθί του από τη θήκη με ασύλληπτη ταχύτητα.

Κανένα μάτι δεν κατάλαβε πως. Η παχιά και κοφτερή σαν ξυράφι λεπίδα πίεσε δυνατά και μάτωσε τον λαιμό του Νοταρά. Τα λόγια του Γενουάτη δεν σήκωναν αμφισβήτηση. Του ψιθύρισε: “Έδω μπροστά στον βασιλιά σου θα σου πάρω το κεφάλι. (traditor et che me tien che adesso non te scanna cum questo pugnal .

“Ω προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί και δεν σε σφάζω μ’ αυτό το μαχαίρι”).Σκυλί γιατί δεν έστειλες βοήθεια που σου ζήτησα. Αφού στα Θαλασσινά δεν πολεμούσες. Όχι για μένα αλλά για τον Αυτοκράτορα σου, Λουκά Νοταρά.”

Το πρόσωπο του Ιουστινιάνη έγινε κατακόκκινο από το θυμό καθώς ξαναθυμήθηκε τι είχε συμβεί λίγες ώρες πριν στον Άγιο Ρωμανό.

Λίγο έλειψε να πεθάνει το απόγευμα της 7ης Μαΐου πάνω στα τείχη. Εκείνη την ημέρα που οι Τούρκοι έκαναν την μεγαλύτερη επίθεση τους. Τουλάχιστον 40.000 Οθωμανοί όρμηξαν λυσσασμένα προς τα τείχη για να τα καταλάβουν…Πολεμούσε πλάι στον αυτοκράτορα από το πρωί.

 Κάποια στιγμή τον άφησε και με 20 δικούς του έτρεξε λίγα μέτρα βορειότερα. Οι Οθωμανοί είχαν στήσει σκάλες και ανέβαιναν.

Οι άλλοι υπερασπιστές ήταν νεκροί σε εκείνο το σημείο. Έπεσε πάνω τους όπως ο θεριστής στα στάχυα. Τους μεκέλευε έναν προς έναν μαζί με τους 20 συντρόφους του.

Όταν ξαφνικά ένας γενίτσαρος ανέβηκε τις σκάλες και εμφανίστηκε στα τείχη.

Ο Αμουράτ μόνος άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους σιδερόφραχτους και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Πρωτοστράτωρα. Ο Ιουστινιάνης ήταν ψήλος επιβλητικός με χέρια σαν κορμούς δέντρου και σβέρκο σαν δαμάλι. Όμως έδειχνε σαν παιδάκι μπροστά στον Αμουρατ. Ο τεράστιος Γενίτσαρος με το κυρτό σπαθί του επιτέθηκε με μανία στον Ιουστινιάνη. Κάθε χτύπημα τον έκανε να υποχωρεί. Δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ την επίθεση του. Το σπαθί έπεφτε με δύναμη πάνω στην πανοπλία. Ο Γενουάτης δεν άντεξε, δεν πρόλαβε να ανταποδώσει καν ένα χτύπημα. Παραπάτησε και έπεσε. Ο Τούρκος χαμογέλασε με κακία και σήκωσε το σπαθί του. Ο Ιουστινιάνης βλαστήμησε και έκλεισε τα μάτια…

Ο θάνατος όμως δεν ήρθε. Περίμενε με κλειστά τα μάτια και κομμένη την ανάσα τον Τούρκο να του κόψει το κεφάλι αλλά παρέμενε ζωντανός. Άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που αντίκρισε ήταν το πρόσωπο του γενιτσάρου πεσμένο δίπλα του με τα μάτια του ορθάνοιχτα γεμάτα έκπληξη να τον κοιτούν. Γύρισε και είδε το τεράστιο κορμί του Τούρκου να έχει πέσει στα γόνατα. Από τον λαιμό του ξεπηδούσαν πίδακες αίματος.

Δίπλα όρθιος στεκόταν με ματωμένο το σπαθί του ένας νέος και χαμογελούσε. Ήταν δεν ήταν 17 χρονών. Αν και όρθιος δεν ξεπερνούσε στο ύψος το άψυχο ακέφαλο γονατιστό κορμί του Αμουράτ.

Ένα ατρόμητο Ελληνόπουλο είχε δει από την αρχή τον γενίτσαρο να επιτίθεται στον Πρωτοστράτορα. Παράτησε το πόστο του και με φτερά στα πόδια έφτασε την κατάλληλη στιγμή. “Με λένε Ραγκαβή, Πρωτοστράτορα μου…” πρόλαβε να πει πριν η πανοπλία του τρυπηθεί σε πολλά σημεία από βροχή από βέλη.

Κάτω από τα τείχη οι Οθωμανοί τοξότες είχαν δει τι είχε συμβεί και εκδικήθηκαν.

Ο Ιουστινιάνης σηκώθηκε ουρλιάζοντας και με το γυμνό σπαθί του πέταξε μόνος του όσους γενίτσαρους είχαν απομείνει στα τείχη. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα για τον θάνατο του μικρού Έλληνα που του έσωσε τη ζωή.

Ένα χέρι τον άγγιξε και τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Βρισκόταν και πάλι μπροστά στον Νοταρά. Το χέρι που έπιανε απαλά το σπαθί του, ήταν του αυτοκράτορα: “Σας παρακαλώ αδέλφια. Ας αφήσουμε κατά μέρους τις διαφορές που μας χωρίζουν”.

Για άλλη μια φορά προσπάθησε να τους έχει όλους ενωμένους ενάντια στον κοινό εχθρό, αν και ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν ο ρόλος του καθένα…

Σκηνή σουλτάνου Μεχμέτ. Βράδυ Δευτέρας 28 Μαΐου  

Ο Μεχμέτ ο Β, δεν άκουγε τους συμβούλους του που μιλούσαν γύρω του. Είχε καθίσει αναπαυτικά επάνω στο παχύ χαλί της σκηνής του, στη μεγάλη και κεντημένη με χρυσές κλωστές μαξιλάρα και είχε αφήσει το νου του να ταξιδέψει.

Ήταν ο τρίτος γιος του Σουλτάνου Μουράτ και η τύχη το έφερε έτσι να γίνει εκείνος Σουλτάνος μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μουράτ τον τελευταίο καιρό πριν πάει να συναντήσει τον Αλλάχ, είχε γίνει εξαιρετικά μαλθακός. Είχε συνάψει συμφωνίες φιλίας με του Βυζαντινούς και είχε αποσυρθεί στην Αδριανούπολη, όπου και είχε επιδοθεί σε ένα ανελέητο “αγώνα” απολαύσεων και φιλοσοφίας.

Βέβαια πριν από αυτό είχε κατατροπώσει τους πάντες στα Βαλκάνια και είχε εκτοπίσει τους Βυζαντινούς σε 2 θύλακες. Στον Μυστρά ή Μυζηθρά και στην Κωνσταντινούπολη. Την Πόλη που για 1000 χρόνια δεν είχε καταλάβει κανείς σε 27 πολιορκίες.

 Ο Μεχμέτ συνέχιζε να αναπολεί. Ήθελε να γίνει ο νέος Ισκεντέρ.

Ο Μέγας Αλέξανδρος που θαύμαζε από μικρός. Αυτός στα 21 του χρόνια θα κατάφερνε, ότι μόνο ο Αλέξανδρος είχε καταφέρει. Θα γινόταν ο κυρίαρχος του κόσμου.

Ήταν ήρεμος. Μόλις τον είχαν πληροφορήσει ότι οι “Μουγκοί” που έστειλε ο ίδιος στον μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του είχαν κάνει τη δουλειά τους.

Με μεταξωτά κορδόνια τον έπνιξαν. Και δεν χύθηκε το τιμημένο αίμα του οίκου του Οσμάν και εκείνος τώρα δεν θα είχε κανένα που εν δυνάμει θα μπορούσε να αμφισβητήσει τα δικαιώματα του στον θρόνο.

Το μόνο που έπρεπε τώρα, ήταν να καταλάβει την “Κωσταντιγιέ” όπως έλεγαν τη βασιλεύουσα μέχρι τότε οι Οθωμανοί. Εάν αποτύγχανε ήξερε καλά ότι οι “Μουγκοί” θα τον επισκέπτονταν και εκείνον κάποιο βράδυ σταλμένοι από κάποιον Βεζίρη του.

Έδιωξε γρήγορα τη σκέψη αυτή: “όταν μπω στην Πόλη νικητής θα της αλλάξω και ονομασία. Θα την ονομάσω Ιστανμπούλ, ή Ισλαμπόλ δεν ξέρω, θα αποφασίσω μετά” σκέφτηκε.

Στο συμβούλιο τον λόγο είχε πάρει ο Μεγάλος Βεζίρης και πιστός σύντροφος του πατέρα του, Μουράτ, ο ηλικιωμένος Χαλίλ Τσανταρλί Πασάς.

Τον άκουγε να λέει ότι η Πόλη δεν πέφτει και ότι όσο είναι καιρός να μαζέψουμε τις σκηνές μας και να επιστρέψουμε στο Ετιρνέ ( Αδριανούπολη).

Ο Μεχμέτ έσφιξε τα χείλη του και σκέφτηκε: “Χαλίλ Πασά όταν πέσει η Πόλη ετοιμάσου να αποχωριστεί το κεφάλι από το σώμα σου. Νομίζεις γέρο ότι δεν ξέρω πως ο Παλαιολόγος σε δωροδοκεί για να σπείρεις διχόνοια στον στρατό μου και να με καταφέρεις να φύγω”

Ο Μεχμέτ σηκώθηκε χτύπησε μια φορά παλαμάκια και όλοι σιώπησαν και κατέβασαν τα κεφάλια στο πάτωμα.

Ίσιωσε την χρυσοπράσινη κελεμπία του και με ήρεμη φωνή είπε: “ Μοιράστε διπλές μερίδες φαγητού στο στράτευμα.

Στείλτε δερβίσηδες σε κάθε γωνιά του στρατοπέδου να τους πουν ότι αύριο το βράδυ θα κοιμηθούν σε απαλά στρώματα μέσα στην Πόλη.

Θέλω οι δερβίσηδες να τους κάνουν να κλάψουν.

Να τους πουν ότι όποιος πεθάνει θα πάει στον παράδεισο. Όλο το βράδυ θα χτυπάνε τα τύμπανα. Ανάψτε και φωτιές παντού.

Ο πρώτος που θα πατήσει τα τείχη και θα ανεβάσει τη σημαία μου στις επάλξεις θα πάρει το βάρος του σε χρυσάφι.

Οι υπόλοιποι έχουν 3 μέρες δικές τους να κάνουν ότι θέλουν μέσα στην Πόλη. Να πάρουν σκλάβες να πάρουν σπίτια να πάρουν χρυσάφια.

Τους ανήκουν όλα. Σε εμένα ανήκουν τα δημόσια κτίρια και η ίδια η Πόλη. Τώρα πλησιάστε όλοι να σας πω το σχέδιο επίθεσης που σκέφτηκα…”

Λίγη ώρα αργότερα ο Μεχμέτ αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος στους στρατιώτες του. Ζήτησε να συγκεντρωθούν. Μια τεράστια ανθρώπινη θάλασσα γέμισε τον χώρο.

Ο Σουλτάνος με σταθερή φωνή, άρχισε να λέει: «Αγαπημένα μου παιδιά, εύχομαι και σας παρακαλώ, στο όνομα του Θεού, του προφήτη του Μωάμεθ και στο δικό μου, το δούλου τους να κάνετε αύριο ένα έργο που θα μείνει στην αιωνιότητα, όπως έκαναν μέχρι τώρα παντού οι πρόγονοί μας.

Να ανεβείτε με τις σκάλες στα τείχη σαν πουλιά με όλη τη γενναιότητα, το θάρρος και την προθυμία που διαθέτετε για να μη χάσουμε τη φήμη που κέρδισαν οι πρόγονοί μας με τη χάρη του Θεού. 

Αντίθετα, τώρα ήρθε η ώρα να την κάνουμε ακόμη μεγαλύτερη» Το αλλόκοτο και ανομοιογενές πλήθος παραληρούσε και ζητωκραύγαζε. Η ώρα της τελικής εφόδου πλησίαζε…

Μέγα Παλάτιον Βλαχέρνες. Βράδυ Δευτέρας.28 Μαΐου

Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ζήτησε από τον καλό και πιστό του φίλο Γεώργιο Φραντζή να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν μπροστά του, στην «Αίθουσα του Θρόνου», όλοι οι άρχοντες, οι στρατηγοί και οι Πρωτοσπαθάριοι της Πόλης.

Μέχρι να έρθουν ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς. Άφησε το κουρασμένο του κορμί να πέσει βαριά στην μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα.

Έσκυψε και έφερε τα δυο του χέρια στο πρόσωπο του. Η Πόλη του, άντεχε 50 συνεχόμενες ημέρες. Ως πότε όμως.

Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει από τότε που στέφθηκε Αυτοκράτορας. Ώρες ώρες ένιωθε εντελώς μόνος.

Το βάρος που έφερε καθημερινά ήταν δυσβάσταχτο. Ένιωθε ότι μαχόταν σε έναν πόλεμο που από την αρχή του, το αποτέλεσμα είχε κριθεί.

Κανείς δεν τον βοηθούσε. Τα θησαυροφυλάκια ήταν άδεια.

Η Πόλη που κάποτε αριθμούσε περισσότερο από μισό εκατομμύριο ψυχές και ήταν το κέντρο του κόσμου, τώρα ήταν ένα μια νεκροζώντανη σκιά του εαυτού της.

Τα πλοία, όσα είχαν απομείνει σάπιζαν στα νεώρια.

Πολλά σπίτια ήταν πλέον άδεια…Φαντάσματα στα χαλάσματα.

Κοράκια έκραζαν στον ουρανό. Οι άρχοντες δεν έδιναν χρήματα λες και όταν ο Σουλτάνος θα έμπαινε στην Βασιλεύουσα θα τους άφηνε να τα κρατήσουν.

Αναγκάστηκε να εκποιήσει μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Τα τάματα του λαού του. Προσπάθησε να καλέσει τη Δύση για βοήθεια. Ακόμη την περίμενε…Κανένα πλοίο από τους Λατίνους δεν εμφανιζόταν στον ορίζοντα, παρά τις διαβεβαιώσεις.

Ευτυχώς που εμφανίσθηκε και ο Ιουστινιάνης. Βέβαια εάν η Πόλη άντεχε, ο Γενουάτης θα έπαιρνε σαν πληρωμή ολόκληρη τη νήσο Λήμνο.

Πόσο θα ήθελε να είχε χρήματα στο κρατικό θησαυροφυλάκιο.

Θα μπορούσε να πληρώσει εκείνον τον τεχνίτη κανονιών τον Ουρβάνο.

Η μεγάλη Μπομπάρδα θα ήταν μέσα από τα τείχη και όχι απέξω. Δεν είχε… Ο Ουρβάνος πήγε στον Σουλτάνο και η Μπομπάρδα έκανε τη γη να τρέμει σε κάθε κανονιοβολισμό.

Έμαθε μάλιστα ότι στην Αδριανούπολη μια γυναίκα έχασε το παιδί που είχε στην κοιλιά της από τον φόβο της.

Τόσο μακριά ακουγόταν ο ήχος του ορειχάλκινου τέρατος.

Η μπομπάρδα διέλυε αργά αλλά σταθερά τα τείχη.

Χαμογέλασε ειρωνικά όταν στην αρχή οι κανονιέρηδες έριχναν στα τείχη και δεν τους προκαλούσαν την παραμικρή φθορά,

Μέχρι εκείνο το πρωινό που εμφανίστηκαν οι Ούγγροι τεχνίτες που του έστειλε ο σύμμαχος του, ο Ιωάννης Ουνιάδης για να τον βοηθήσουν στην άμυνα της Βασιλέυουσας.

Αντί να έρθουν μέσα στην Πόλη όπως έπρεπε, εκείνοι έτρεξαν στον Σουλτάνο. Του είπαν και έδειξαν στο στρατό του, τον τρόπο να ρίξουν τα τείχη.

Ο Σουλτάνος τους πλήρωσε αδρά. Το δικό του θησαυροφυλάκιο ήταν γεμάτο.

Οι τεχνίτες τους είπαν να ρίχνουν την πρώτη βολή σε ένα σημείο. Η δεύτερη θα έπρεπε να πέσει στην ίδια ευθεία με την πρώτη αλλά λίγα μέτρα πιο δίπλα.

Η τρίτη κανονιά θα έπεφτε στη μέση και λίγο χαμηλότερα. Σαν ανάποδο τρίγωνο. Τα τείχη έπεφταν και διαλύονταν πια σαν να ήταν από άμμο.

Ευτυχώς που ο λαός του, δεν έκανε πίσω και τα βράδια, τα επιδιόρθωνε.

Τα γέμιζε με πέτρες με άμμο ακόμη και με ρούχα και μάλλινα υφάσματα για να απορροφούν τους κραδασμούς…

Ο λαός του τον λάτρευε το ένιωθε, ήταν όμως διχασμένος. Άλλοι τον υποστήριζαν και άλλοι τον κατηγορούσαν για «ενωτικό», τον κατηγορούσαν ότι πούλησε την ορθόδοξη πίστη στον Πάπα.

Κάποιες στιγμές αναρωτιόταν και για τον ρόλο του μοναχού Γεννάδιου Σχολάριου που είχε κλειστεί στη Μονή του Παντοκράτωρα και κατακεραύνωνε με πύρινους λόγους, εκείνον, τον ίδιο τον Αυτοκράτορα, τη Δύση και οποιαδήποτε προσπάθεια άμυνας στον Μεχμέτ.

« Η Πόλη είναι αμαρτωλή και θα πληρώσει για αυτό. Μετανοείτε τίποτε δεν θα μας σώσει από την οργή του Κυρίου» έλεγε και ο κόσμος συγκεντρωνόταν έξω από τη Μονή και τον πίστευε… Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν ο Σχολάριος εάν ο Μεχμέτ έπαιρνε τη Βασιλεύουσα…

Για λίγο σκέφτηκε την πρώτη του σύζυγο τη Θεοδώρα, ανιψιά του Δεσπότη της Ηπείρου. Την έχασε το 1430.

Ο θάνατος της, τον τσάκισε. Δώδεκα χρόνια μετά αποφάσισε να δέσει τη ζωή του με μια άλλη γυναίκα, την Κατερίνα Κατιλούζιο από τη Λέσβο.

Η μοίρα του έπαιζε περίεργα παιχνίδια.

Η Κατερίνα πέθανε και εκείνη. Παιδιά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν επρόκειτο ποτέ να αποκτήσει. Βούρκωσε.

Ο πιστός του φίλος Φραντζής, διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. «Είναι όλοι εδώ. Σας περιμένουν » του είπε.

Ο Κωνσταντίνος σηκώθηκε από την καρέκλα του και έδωσε εντολή να περάσουν Όταν η «αίθουσα του Θρόνου» γέμισε ασφυκτικά άρχισε να τους μιλάει:

«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει.

Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι.

Γι’ αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας.

Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων.

Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός.

Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους.

Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω.

Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα.» Η φωνή του Αυτοκράτορα έσπασε αλλά εκείνος συνέχισε:

 «Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι.

Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί.

Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό.

Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου»

Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι.

Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι “άτακτοι”, οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον.

Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν.

Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως.

Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.

Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε! Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της κωνσταντινούπολης.

Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα.

Τα πράσινα μπαιράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.

Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: “ελάτε…” και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε:

“Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.” Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυθέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης.

Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης:

“Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας” Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.

Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Πάνω στην Πέμπτη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες.

Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη.

Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι δεκάδες χιλιάδες.

“Τώρα” ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, από μεταλλικές μπίλιες και από μικρές γρανιτένιες πέτρες από τα μικρά πυροβόλα των υπερασπιστών, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων.

Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί.

Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο.

Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά.

Ο αθυρόστομος Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του: “Για την τιμή της Χριστιανοσύνης… θερίστε τους…κάντε τους να ξεχάσουν τις μάνες τους…”, ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε.

Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί.

Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν.

Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν.

Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω.

Ο Μεχμέτ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες.

Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού.

Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο του στρατονόμου. Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη.

Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των γκιαβούρηδων, θα πήγαιναν στον παράδεισο.

 Η τεράστια τάφρος που βρισκόταν μπροστά από το “Μικρόν τείχος” είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21.

Έπρεπε να την περάσουν να τρέξουν 17 μέτρα ακάλυπτοι και να φτάσουν στο Μικρόν τείχος. Τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα αφού η πρώτη αμυντική γραμμή των Βυζαντινών είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των προηγούμενων ημερών.

Το Μικρόν τείχος ήταν πλέον ένας ξύλινος φράχτης και όχι το πέτρινο τείχος, πάχους 2,5 μέτρων και ύψους 8,5 που ήταν πριν.

Σε λιγότερο από μισή ώρα η βασιβουζούκοι δεν χρειαζόταν να διασχίσουν την τάφρο με πρόχειρες γέφυρες ή άλλα μέσα. Τώρα απλά πατούσαν στα πτώματα των συντρόφων τους και περνούσαν απέναντι. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους…

“Στο Μικρό” φώναξε ο Ιουστινιάνης και οι κατάφραχτοι ιππότες του άφησαν το Μέγα τείχος και κατέβηκαν στον ξύλινο φράχτη.

Όσοι Βασιβουζούκοι δεν εξολοθρεύονταν πάνω από τα τείχη με τα τόξα και τα αρκεβούζια, και διέσχιζαν τη τάφρο, έπεφταν επάνω στους συντρόφους του Πρωτοστράτωρα. Τα όπλα τους ήταν αδύνατον να τρυπήσουν τις πανοπλίες των ιπποτών.

Ήταν μια εύκολη μάχη για τους βυζαντινούς. Χωρίς ασπίδες και μεταλλικούς θώρακες τα τεράστια σπαθιά των Λατίνων του καπετάν Γιουστουνιά, τους εξολόθρευαν τρεις – τρεις με κάθε χτύπημα.

Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό.

Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν ελάχιστες. Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα.

“Μοιράστε τους κρασί και να ξεκουραστούν” έδωσε εντολή ο Ιουστινιάνης αλλά η ματιά του πάγωσε καθώς κοίταξε προς το εχθρικό στρατόπεδο.

Τη θέση των ατάκτων μετά από 3 ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες (ουλουφατζήδες), από Καρίπηδες, από Δελήδες από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες , εφορμούσαν προς τα τείχη.

Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου.

Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση. Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν.

“Κουράγιο αδέρφια” Βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. “’Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί.”

Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν όπως ο ξυλοκόπος τα δέντρα, το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών.

Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν 6 ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν…

Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Αυτή τη φορά όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες.

Ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου δεν πολεμούσε με αυτοσχέδια σπαθιά, ρόπαλα και τσουγκράνες.

Είχε όπλα και πανοπλίες σχεδόν εφάμιλλες με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Η άμυνα της Πόλης κρεμόταν σε μια κλωστή.

Δεν ήταν λίγοι οι υπερασπιστές που βρήκαν τον θάνατο κατατρυπημένοι από τους εχθρούς, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλο το σπαθί τους από την κούραση.

Τα αυτιά όλων κόντευαν να σπάσουν.

Τα τύμπανα δεν είχαν σταματήσει λεπτό. Το ίδιο και οι καμπάνες. Οι κλαγγή των όπλων και οι εκρήξεις μαζί με τις κραυγές των πολεμιστών δημιουργούσαν ένα σκηνικό κολάσεως.

Γλυκοχάραζε και ο θεός φαινόταν ότι δεν είχε αποφασίσει σε ποιόν θα έδινε τη νίκη. Η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα.

Κάπου κάπου κάποιος τραυματίας εκλιπαρούσε για λύτρωση. Κομμένα μέλη, κομμένα κεφάλια, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Η μυρωδιά του θανάτου.

Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα. Η αποτυχία του έκλεινε πονηρά το μάτι. Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του, τους “Μουγκούς” να τον πνίγουν κάποιο βράδυ στον ύπνο του, με μεταξωτό κορδόνι.

Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του. Θα τα έπαιζε όλα για όλα. Ή θα κέρδιζαν οι γενίτσαροι του ή θα τον περίμενε ο θάνατος και η ατίμωση.

“Είμαι ένας από εσάς” είπε στον Αγά. Εκείνος υποκλίθηκε βαθιά και έσπευσε να δώσει τις εντολές του. Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν.

Σαν σκυλιά που με αλυσίδα τα κρατά ο κύριος τους και τώρα τα άφησε κάλυπταν τρέχοντας την απόσταση μέχρι τα τείχη.

Οι εκκλησίες πλέον δεν χτυπούσαν τις καμπάνες τους. Από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη δεν ακούγονταν τύμπανα. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή που τσάκιζε τα νεύρα. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους.

Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.

«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα».

Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους.

Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τιμημένα τον δημιουργό τους.

Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του…

Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει… Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει…Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν.

Η μοίρα λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς. Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε…Έπεσε  με τρία απλά μοναδικά στην ιστορία γεγονότα που έκριναν τα πάντα.

Ο Μεχμέτ έβλεπε τους Γενίτσαρους του να τσακίζονται σωρηδόν πάνω από τα τείχη.

Η Βασιλεύουσα δεν έπεφτε. Έτριψε τον σβέρκο του.

Ήξερε τη μοίρα του. Ετοιμάστηκε να σημάνει υποχώρηση. Τότε συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα τρία μοιραία για το Βυζάντιο γεγονότα.

Στη Βόρεια πλευρά του τείχους. Κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι.

Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι στο δάσος του Βελιγραδίου.

Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους.

Έβγαιναν μέχρι και 50 και ταχύτατα με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.

Με κάποιο τρόπο «μαγικό» η πόρτα, αυτή την μοιραία στιγμή βρέθηκε ανοιχτή.

Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί; Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε; Κανείς δεν ξέρει , ούτε θα μάθει ποτέ.

Από την πόρτα μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν.

Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία δεν κατέβηκε…

Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Πρωτοστράτορας, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται.

Ο Ιουστινιάνης είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βόλι ή τόξο καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του.

Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε.

Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους.

Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα.

Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν… Ο Πρωτοστράτορας φώναξε στον Κωνσταντίνο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλά  ο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ».

Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;».

Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι.

Οι Βυζαντινοί ήταν πλέον μόνοι τους. Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική.

Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω.

Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις.

Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πέθανε τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, όταν τα 2 πλοία του έδεσαν στη Χίο.

Κάποιοι ιστορικοί, σύγχρονοι της Αλώσεως μιλούν ανοιχτά ότι το βόλι που τον βρήκε τον πέτυχε από πίσω. Το βόλι δεν ήταν Τούρκικο…

Στον τάφο του στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Χίο αναγραφόταν στα Λατινικά: “Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε.”

Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό.

Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Πρωτοστράτωρας τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό.

Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ (Ουλουμπατλί Χασάν τον φώναζαν) συνοδευόμενος από μια ομάδα 30 συντρόφων του κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος στις επάλξεις, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους.

Με μια σημαία του Σουλτάνου Μεχμέτ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς.

Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών.

Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων.

Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους 30 Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν.

Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν.

Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε κριθεί.

Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πλέον από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών.

Αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος υπέδειξε.

Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πανικός.

Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453

Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση.

Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό.

Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί.

“Όλα τελείωσαν λοιπόν” σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσουν. Με ψυχραιμία κατέβηκε από τον Άγιο και μπήκε στην Πόλη.

Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , Ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός.

Έτρεχαν στα στενά δρομάκια της Πόλης. “Άρχοντα μου θα ήταν συνετό να αποφύγουμε τους μεγάλους δρόμους για να φτάσουμε στο λιμάνι” τον συμβούλεψε ο Θεόφιλος. Οι σφαγές οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι κλεψιές είχαν ξεκινήσει και τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι απεγνωσμένες επικλήσεις για βοήθεια έκαναν τον Αυτοκράτορα να σταθεί.

“Δεν φεύγω” είπε. “ Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ”. Από κάποια σκιερή γωνία ξεπρόβαλε τρέχοντας μια πολυάριθμη ομάδα γενιτσάρων που είχε επιδοθεί σε ανελέητο πλιάτσικο και δολοφονίες.

Κοντοστάθηκαν μόλις είδαν τους 5 αρματωμένους άνδρες.

Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά.

Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους.

Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος.

Σε λίγα λεπτά οι 4 σύντροφοι του κείτονταν νεκροί. Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα.

Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.

Όχι από πόνο.

Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι.”΄

Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;” φώναξε και όρμησε για δεύτερη φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε . Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του…Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε…

Ο Οθωμανός ιστορικός Ορούχ, έγραψε αργότερα: “Ο άμοιρος αυτοκράτορας ήταν 49 ετών όταν πέθανε. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες του θανάτου του, φαίνεται ότι προσπάθησε μέχρι και την τελευταία στιγμή να κρατήσει τη φλόγα του Βυζαντίου αναμμένη.

Ο κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δεν ζήτησε έλεος. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος”

Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης γλιστρούσαν από το αίμα που έρεε. Τα κομμένα κεφάλια μέσα στο λιμάνι, έμοιαζαν καρπούζια στον πάγκο του μανάβη.

Τόσα πολλά ήταν.

Στον κεράτιο σε ένα Πύργο 40 κρητικοί τοξότες είχαν ταμπουρωθεί και δεν έκαναν πίσω. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν τον Πύργο, αποτύγχανε. Οι κρητικοί ήταν λιοντάρια.

Η Πόλη είχε πέσει αλλά οι Κρητικοί δεν παραδίδονταν. Ο Μεχμέτ το έμαθε. Θαύμασε την αντρειοσύνη τους.

Η εντολή του ήταν σαφής:

“ Αφήστε τους να φύγουν. Αφήστε τους τιμητικά να πάρουν μαζί τους και τη σημαία τους. Όποιος τολμήσει να πειράξει έστω και έναν από αυτούς θα θανατωθεί. Δώστε τους και ένα πλοίο. Το αξίζουν…”


Αγία Σοφία πρωινό 30ης Μαΐου 1453

Ο Μεχμέτ ήταν έξαλλος. Άφριζε στην κυριολεξία από το κακό του. Όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ακόμη και η προσωπική του φρουρά φρόντιζε να μην βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν το είχε σε τίποτε να διατάξει τον αποκεφαλισμό όποιου ανθρώπου ήταν δίπλα του, την λάθος ώρα.

Σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ εάν μια πόλη επαρεδίδετο τότε τα στρατεύματα, την καταλάμβαναν αναίμακτα και απαγορευόταν να αγγίξουν την περιουσία αλλά και τους ανθρώπους της.

Εάν μια πόλη αρνείτο να παραδοθεί και τα στρατεύματα την καταλάμβαναν εξ εφόδου τότε οι στρατιώτες επί 3 ημέρες είχαν δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν στους ανθρώπους και την περιουσία τους.

Να την οικειοποιηθούν να πάρουν σκλάβους, να πάρουν χρυσάφια και κοσμήματα. Οτιδήποτε, αλλά για 3 ημέρες.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν στη δεύτερη περίπτωση.

Όμως εάν ο Μεχμέτ άφηνε τους άνδρες τους για τρεις ημέρες, εκείνοι θα ισοπέδωναν την Πόλη. Δεν θα έβρισκε τίποτε όρθιο.

Ο Μεχμέτ αποφάσισε να μην περιμένει να περάσει το τριήμερο. “Μπαίνουμε μέσα” είπε στον Βεζίρη του και λίγη ώρα αργότερα μια τεράστια πομπή περπατούσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας.

Πρώτος πάνω στο λευκό του άλογο ήταν ο Μεχμέτ, ζωσμένος με το σπαθί του Οσμάν. Έφτασε έξω από την Αγία Σοφία.

Από μέσα οι κραυγές του κόσμου ήταν ανατριχιαστικές. Ξέζεψε και πεζή έφτασε στην είσοδο. Με αργές κινήσεις έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα από το έδαφος.

Έριξε το χώμα πάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινότητας απέναντι στον θεό. Ο Μεχμέτ μπήκε από την είσοδο και μονολογούσε το ποίημα ενός Πέρση ποιητή:

“ Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και η κουκουβάγια κρώζει στους οίκους του Αφραστάβ…”

Είδε το εσωτερικό της εκκλησιάς ασφυκτικά γεμάτο.

Όσοι είχαν προστρέξει εκεί για να σωθούν είχαν αλυσοδεθεί και ήταν έτοιμοι για τα σκλαβοπάζαρα. Πολλοί κείτονταν νεκροί.

Αίμα έρεε στα πλακάκια του Οίκου του Θεού. Κάποιοι γενίτσαροι συνέχιζαν να ξηλώνουν τα μάρμαρα, συνέχιζαν να χαλάνε τις χρυσοποίκιλτες εικόνες.

Ο Μεχμέτ έγινε έξαλλος. Πλησίασε έναν γενίτσαρο που ξήλωνε κάποια μάρμαρα “Γιατί τα χαλάς” τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε.

“Για την πίστη μας Σουλτάνε μου” απάντησε εκείνος. Με το βαρύ μεταλλικό κοντάρι του τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι. .

Το κρανίο άνοιξε σαν τριαντάφυλλο και υγρά με αίμα άρχισαν να χύνονται. “ΤΕΛΟΣ” βροντοφώναξε ο Μεχμέτ “Κανείς και ποτέ δεν θα παραβιάζει διαταγή δική μου. Σας είπα ότι τα κτίρια μου ανήκουν”

Στη συνέχεια ήρεμος έδωσε εντολή να μπουν μέσα οι ιερείς του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα στην Αγία Σοφία θα τελούταν η πρώτη προσευχή στον Αλλάχ…

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Η Μάχη της Κρήτης και η αντίσταση του Kρητικού λαού...


Ο Σύλλογος Κρητών Άνω Λιοσίων "Η ΜΕΓΑΛΟΝΗΣΟΣ" διοργανώνει το Σάββατο 28/5/2011 στις 19.00 στην Πλατεία Ηρώων στα Άνω Λιόσια, εκδήλωση μνήμης για την 70η επέτειο της Μάχης της Κρήτης. Κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης θα είναι ο Δημήτρης Ανυφαντάκης, σύμβουλος της ''ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΠΟΛΙΤΩΝ'' στην Δημοτική Κοινότητα Άνω Λιοσίων.
__________________________________________________________________________________

Η Μάχη της Κρήτης και η αντίσταση του κρητικού λαού ήταν ένα μικρό δείγμα, ένας πυρήνας για τα μετέπειτα αντιστασιακά κινήματα στην Ευρώπη ( οι αντάρτες στην Ελλάδα, οι παρτιζάνοι στη Γιουγκοσλαβία, οι Μακί στη Γαλλία κ. α). Η αντίσταση του απλού λαού που χωρίς όπλα και με ότι μέσον είχε, πολεμούσε τον κατακτητή, δεν κίνησε τότε την περιέργεια των Γερμανών. Να τους κάνει να είναι επιφυλακτικοί. Θεώρησαν το φαινόμενο μεμονωμένο. Έκαναν λάθος όμως... Και αυτό τους στοίχισε. Τους στοίχισε σε όσες χώρες είχαν κατακτήσει αλλά περισσότερο στη Σοβιετική Ένωση και στο Στάλινγκραντ. Εκεί που σε ένα χειμώνα έχασαν ενάμισι εκατομμύριο στρατιώτες και ανυπολόγιστο όγκο πολεμικού υλικού. Εκεί που πολεμούσαν έναν αόρατο εχθρό που έβγαινε από τα σκοτάδια τους εξολόθρευε και εξαφανιζόταν...
Τι είπαν όμως μετά τη μάχη της Κρήτης ο Τσόρτσιλ, ο Χίτλερ αλλά και πολλοί επιτελάρχες και ανώτατοι αξιωματικοί τόσο των συμμάχων όσο και του Άξονα.

-Ουίστον Τσόρτσιλ: « Οι Νεοζηλανδοί, οι Αυστραλοί, οι Ουαλοί και οι Αγγλοι, μαζί με τους αφάνταστα ηρωϊκούς και πεισματάριδες Κρητικούς, που επολέμησαν στον αποκαρδιωτικόν μάταιο αυτόν αγώνα, μπορούν, δίκαια νομίζω, να αισθάνονται ότι έπαιξαν αποτελεσματικό ρόλο, σε μια μάχη, που μας ανακούφισε σοβαρά.
Η απώλεια των πιο καλών Γερμανών πολεμιστών απεμάκρυνε το τρομερό όπλο των αλεξιπτωτιστών από κάθε περαιτέρω συμμετοχή στα γεγονότα που διεδραματίσθησαν στη Μέση Ανατολή. Ο Γκαίριγκ κέρδισε μόνο μια ΠΥΡΡΕΙΑ ΝΙΚΗ στη Κρήτη. Η αντίσταση στην Κρήτη προκάλεσε την καταστροφή επίλεκτων γερμανικών δυνάμεων, που θα μπορούσαν να παίξουν κεφαλαιώδη ρόλο στα μεταγενέστερα γεγονότα της Μέσης Ανατολής… Στην Κρήτη ο Goering με τις δυνάμεις που σπατάλησε εκεί θα μπορούσε εύκολα να κατακτήσει την Κύπρο, τη Συρία, το Ιράκ και ίσως ακόμη και την Περσία... Διέπραξε την ανοησία να αφήσει να του ξεφύγουν αυτές οι μεγάλες ευκαιρίες, με το να θυσιάσει τις αναντικατάστατες αυτές δυνάμεις σε έναν θανάσιμο αγώνα που διεξαγόταν συχνά σώμα με σώμα..."


-Αδόλφος Χίτλερ: " Η Κρήτη απέδειξε ότι οι μεγάλες μέρες των αλεξιπτωτιστών τελείωσαν."

-Στρατηγός Φράιμπεργκ (διοικητής συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη): "Ολίγα έθνη έχουν τα ευγενικά προτερήματα των Κρητικών".

-Πτέραρχος Φον Στούντεντ: "Δι εμέ ως διοικητής των Γερμανικών μονάδων αλεξιπτωτιστών που κατέλαβαν την Κρήτη, το όνομα της νήσου αυτής συνδέεται με πικρές αναμνήσεις. Ομολογώ ότι επλανήθηκα στους υπολογισμούς μου όταν συνεβούλευσα αυτήν την επίθεση.  Αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο να χάσω πολύτιμους αλεξιπτωτιστές, τους οποίους θεωρούσα παιδιά μου, αλλά και να εκλείψουν πλέον οι σχηματισμοί αλεξιπτωτιστών, τους οποίους είχα δημιουργήσει ο ίδιος".

-Στρατάρχης Ουέιβελ: "Οι απώλειες των Γερμανών στην Κρήτη έσωσαν τη γενική κατάσταση στη Μεσόγειο, διότι καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος των αεραγημάτων του εχθρού και μέγας αριθμός αεροπλάνων. Προθύμως αναγνωρίζομεν ότι οι Έλληνες σύμμαχοί μας είναι οι πρώτοι που τας υπερόχους νίκας των εις την Βόρειον Ήπειρον άνοιξαν τον δρόμον και κατάφερον πλήγματα κατά της φασιστικής Ιταλίας. Αι επιτυχίαι δεν είχαν μόνον τοπικήν σημασίαν, αλλά επηρέασαν την όλην εξέλιξιν του πολέμου. Η άμυνα της Κρήτης έσωσε την Κύπρον, την Συρίαν, το Ιράκ και ίσως το Τομπρούκ. "
-Ο εκ των ηγετικών στελεχών του Γ Ράιχ, και υπουργός προπαγάνδας του καθεστώτος, οΤζόζεφ Γκέμπελς έγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο: "Προχωρούμε αργά στην Ελλάδα... Οι Έλληνες είναι γενναίοι μαχητές.... Τα καταληφθέντα χαρακώματα είναι γεμάτα πτώματα... Και αυτός ο Φύρερ θαυμάζει ιδιαιτέρως το θάρρος των Ελλήνων. Ίσως υπάρχει ακόμη ένα ίχνος της παλαιάς ελληνικής καταγωγής σ' αυτούς."
.
 Πάτρικ Φέρμορ Άγγλος ταγματάρχης που συμμετείχε στην απαγωγή του Κράιπε και που λάτρεψε την Κρήτη (οι Κρητικοί μάλιστα του έδωσαν και το παρατσούκλι “Φιλεντέμ”) είπε: "Κατά τη Μάχη της Κρήτης, η ανδρεία και το πνεύμα των Κρητών γέμισαν τις σελίδες του παγκόσμιου τύπου. Η μάχη αυτή έγινε θρύλος και στα μάτια ολόκληρου του κόσμου η λέξη "Κρητικός" έγινε συνώνυμη με τις λέξεις "Πολεμιστής" και "Ήρως" 


-Άλαν Κλάρκ (Βρετανός ιστορικός): «Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο ρους της ιστορίας, αν ένα χρόνο πριν οι κάτοικοι της Δύσης είχαν δείξει το ίδιο θάρρος με τους Κρητικούς κατά την εισβολή των Γερμανών στα χωριά τους».

-Ραδιοφωνικός σταθμός Μόσχας: "Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήτο δυνατόν να γίνει άλλως, διότι είσθε Έλληνες. Εκερδίσαμεν χρόνον διά να αμυνθώμεν. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας ευγνωμονούμε."


-Οι TIMES του Λονδίνου τόνιζαν: "Η Μάχη της Κρήτης υπήρξε το συναρπαστικότερο γεγονός του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. και η αποθέωση του ανθρώπινου ηρωισμού"
-Ακόμη και οι σύμμαχοι των Γερμανών, οι Ιάπωνες οι οποίοι έβαζαν τον κώδικα τιμής πάνω και από τη ζωή τους, είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα από τον ηρωισμό των κρητικών. Η εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ του Τόκιο έγραψε: "Προτείνουμε ως ζήτημα υπέρτατου καθήκοντος τιμής, όπως δημιουργηθεί έκτακτο "Τάγμα των Ιπποτών της Κρήτης”, για να τιμηθεί με ειδικό παράσημο κάθε πολίτης, κάθε στρατιώτης και κάθε αξιωματικός που έλαβε μέρος στην ενδοξότερη μάχη της ιστορίας, τη Μάχη της Κρήτης" 

 Κρήτη:ένα νεκροταφείο για τις επίλεκτες δυνάμεις του Χίτλερ-ένα νησί που δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι
Ο Κωστής Μανουσιδάκης χάιδεψε το παλιό του όπλο. Τον “Γκρά”. Περίμενε χωμένος μέσα σε θάμνους όλο το βράδυ μαζί με άλλους κρητικούς. Σε λίγο θα ξημέρωνε και τίποτε δεν είχε φανεί ακόμη στον κρητικό ουρανό που εκείνη τη στιγμή, έπαιρνε ένα υπέροχο σκούρο γαλάζιο χρώμα. Ήθελε να σηκωθεί να ξεμουδιάσει και να τινάξει από το μαύρο πουκάμισο του και τη καφετιά κρητική βράκα του τα αγκάθια. Δεν το έκανε. Ίσιωσε στο κεφάλι,το μαντήλι του και κούνησε λίγο τα στιβάνια του, τις μαύρες δερμάτινες μπότες του. Έστριψε ένα τσιγάρο με επιδεξιότητα και το άναψε. Από το βάθος του ουρανού πέρα από τη θάλασσα, ακούστηκε ένας υπόκωφος βόμβος που συνεχώς γινόταν εντονότερος. Εκατοντάδες αεροπλάνα πλησίαζαν... Κοίταξε τριγύρω του. Οι άλλοι κρητικοί του χαμογέλασαν δίχως να πάρουν τα μάτια τους από ψηλά. Ο Μάικ ο Αυστραλός δίπλα του με τα κοντά παντελονάκια και το ανοιχτόχρωμο πουκάμισο του έσφιξε τον ώμο. “Έρχονται” του είπε και όπλισε.
Ο ουρανός μέσα σε λίγα λεπτά μαύρισε. Δεν ήταν πια γαλάζιος. Ο ήχος τώρα δεν ήταν υπόκωφος. Ήταν ο ήχος των μηχανών των μεταγωγικών πάνω από τα κεφάλια τους. Ξαφνικά οι κοιλιές των αεροπλάνων άνοιξαν και από μέσα τους χιλιάδες στρατιώτες άρχισαν να πηδούν στο κενό. Ο Κωστής χάιδεψε το παχύ μαύρο μουστάκι του και έφερε τον “Γκρά” στο μάγουλό του. Σημάδεψε και πυροβόλησε. Η σφαίρα των 11χλσμ έφυγε και διέγραψε με ασύλληπτη ταχύτητα μια ανοδική πορεία...
Ο Χάνς Λούκε ένιωθε τον αέρα να του τραβάει τα μάγουλα και το στομάχι του να σφίγγεται από την ταχύτητα της πτώσης. Μόλις είχε πηδήξει από το αεροπλάνο. Κοίταξε ψηλά. Και ανακουφισμένος είδε το αλεξίπτωτο του να ανοίγει. Τσέκαρε πάλι τον οπλισμό του. Όλα ήταν στην εντέλεια. Σε ελάχιστα λεπτά θα πατούσε το έδαφος. Ήταν υπερήφανος που ήταν Fallschirmjäger. Γερμανός αλεξιπτωτιστής. Άνηκε στην ελίτ του αήττητου Γερμανικού στρατού. Η καρφιτσωμένη πουλάδα στο στήθος του, τον έκανε να ξεχωρίζει από τους άλλους. Ο Χάνς δεν κατάλαβε το παραμικρό. Η σφαίρα από τον Γκρά του συνέθλιψε το σαγόνι και ανοδικά σφηνώθηκε στο πίσω μέρος του κρανίου του. Ο Χανς προσγειώθηκε στο έδαφος της Κρήτης. Το αλεξίπτωτο του έπεσε πάνω του και τον σκέπασε. Ο Χανς ήταν νεκρός...
Η “επιχείρηση ΕΡΜΗΣ” ,Unternehmen Merkur, δεν θα ήταν ένας περίπατος για τους Γερμανούς. Θα ήταν η Νέμεσις τους. Το υπέροχο νησί της Κρήτης με τους αδάμαστους υπερήφανους αλλά και... “τρελούς” κατοίκους της θα έκανε τους Γερμανούς να πληρώσουν βαρύ φόρο αίματος. Και ενώ για πρώτη φορά στην πολεμική ιστορία της ανθρωπότητας οι αλεξιπτωτιστές σαν όπλο, χρησιμοποιούνται μαζικά στην Μάχη της Κρήτης Luftlandeschlacht um Kreta, μετά το τέλος της επιχείρησης ΕΡΜΗΣ, οι Γερμανοί δεν πρόκειται μέχρι το πέρας του πολέμου να χρησιμοποιήσουν πλέον το αλεξίπτωτο σαν όπλο κατάληψης και αιφνιδιασμού.
Τα ξημερώματα της 25ης Απριλίου του 1941 ο Χίτλερ υπέγραψε την διαταγή υπ'αριθμόν 28. Η νήσος Κρήτη, έπρεπε να καταληφθεί από τις δυνάμεις της Βέρμαχτ. Αυτό θα βοηθούσε τη Γερμανία σε πολλά επίπεδα. Καταρχήν θα στερούσε από τους συμμάχους και κυρίως από το Βασιλικό Ναυτικό της Αγγλίας, πλήθος λιμένων που παρείχαν προστασία αλλά και ανεφοδιασμό στα πλοία του. Επίσης θα έδινε στη Γερμανία το πλεονέκτημα να διαθέτει ένα μεγάλο νησί με πρώτες ύλες και αυτόνομο, τόσο κοντά στα στρατεύματα του Africa Corps και ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να δοθεί βοήθεια στον Ρόμελ εάν κρινόταν αναγκαίο. Η Κρήτη με τα αεροδρόμια της θα έπαιζε τον ρόλο ενός τεράστιου αεροπλανοφόρου που τα αεροπλάνα του Άξονα θα μπορούσαν να επιχειρήσουν παντού στη Μεσόγειο. Και τέλος θα έδιωχνε από το τελευταίο σημείο της Ελλάδας όλα τα συμμαχικά στρατεύματα και θα καταλάμβανε τη χώρα καθ' ολοκληρίαν γεγονός που θα εξασφάλιζε στη Γερμανία τη φύλαξη των νώτων της για την επικείμενη επιχείρηση στη Σοβιετική Ένωση, με την ονομασία “Μπαρμπαρόσα”
Η επιχείρηση αποφασίστηκε να ξεκινήσει στις 20 Μαΐου, αφού πρώτα είχε αναβληθεί για 4 ημέρες η έναρξη της (αρχικά είχε αποφασιστεί η 16 Μαΐου). Θα ήταν ένα εύκολο πρωινό για τη Γερμανία. Εξάλλου στο νησί υπήρχε δύναμη μόνο 9.000 Ελλήνων στρατιωτών και χωροφυλάκων και 25.000 Βρετανών οι οποίοι όμως δεν διέθεταν βαρύ οπλισμό. Στο νησί βρίσκονταν ακόμη, ελάχιστες μεραρχίες Αυστραλών και Νεοζηλανδών. Σε ολόκληρο το νησί υπήρχαν επίσης 16 άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk I καθώς επίσης και 85 Ιταλικά πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων (που έπεσαν στα χέρια των συμμάχων) τα οποία όμως ήταν ουσιαστικά άχρηστα αφού τα σκοπευτικά τους δεν υπήρχαν.
Βέβαια υπήρχε και κάτι άλλο που οι Γερμανοί αγνοούσαν αλλά έπαιξε τεράστιο ρόλο στην αεραπόβαση τους. Οι κάτοικοι της Κρήτης. ! Οι απλοί άνθρωποι που όχι μόνο πολέμησαν σαν σκυλιά και δεν έκαναν βήμα πίσω, όχι μόνο δεν άφησαν την υπεράσπιση του νησιού τους στους Άγγλους, αλλά πολέμησαν λυσσασμένα αιφνιδιάζοντας τη Γερμανική πολεμική μηχανή.
Η Επιχείρηση ΕΡΜΗΣ ήταν μια απλή σε σύλληψη αλλά και σε εκτέλεση επιχείρηση που εάν δεν υπήρχε ο παράγοντας “κρητικός λαός” θα είχε εξελιχθεί σε περίπατο. Το σχέδιο λαμβάνοντας υπόψην την υπεροχή των Άγγλων στη θάλασσα, απέκλεισε την απόβαση διότι τα Γερμανικά αποβατικά θα βυθίζονταν εύκολα από τους Άγγλους. Ακόμη και τα πλοία υποστήριξης που θα συμμετείχαν θα είχαν τρομακτικές απώλειες. Έτσι οι Γερμανοί σκέφτηκαν να εφαρμόσουν την αεραπόβαση. Εκατοντάδες αλεξιπτωτιστές θα ρίχνονταν στη Κρήτη σε επιλεγμένα σημεία και θα είχαν ένα και μοναδικό στόχο. Να καταλάβουν τα αεροδρόμια του νησιού. Μόλις γινόταν αυτό, πολύ εύκολα μετά, τα μεταγωγικά θα προσγειώνονταν και θα αποβίβαζαν τον κύριο όγκο του στρατού. Έπρεπε λοιπόν να δημιουργηθούν προγεφυρώματα.
Πριν την έναρξη της επιχείρησης οι υπηρεσίες κατασκοπίας και αντικατασκοπίας της Αγγλίας και της Γερμανίας είχαν πάρει φωτιά. Και οι δύο όμως υπέπεσαν σε ένα σοβαρό λάθος (η κάθε μια από την πλευρά της) που είχε μεγάλες συνέπειες. 

Καταρχήν η συμμαχική αντικατασκοπία με το σύστημα υποκλοπών ultra ήξερε πολλές μέρες νωρίτερα για την επιχείρηση ΕΡΜΗΣ. Ο διοικητής των συμμάχων στο νησί ο στρατηγός Φρέυμπεργκ είχε ενημερωθεί για το σχέδιο μάχης των Γερμανών και είχε ξεκινήσει να ετοιμάζει την άμυνα κοντά στα αεροδρόμια και στις βόρειες ακτές. Παρ' όλα αυτά καθυστέρησε σημαντικά λόγω έλλειψης σύγχρονου εξοπλισμού. 

Επίσης αν και οι πληροφορίες που είχε ο Φρέυμπεργκ από τις υποκλοπές Ultra ήταν πολύ λεπτομερείς, η μετάφραση από τα γερμανικά είχε γίνει από γλωσσολόγους και όχι ειδικούς στην τακτική. Το αποτέλεσμα ήταν παραπλανητικές πληροφορίες που είχαν βγει από τα συμφραζόμενα. Για παράδειγμα, τα γερμανικά μηνύματα ανέφεραν ναυτικές επιχειρήσεις, κάτι που επηρέασε σημαντικά την τοποθέτηση των στρατευμάτων του Φρέυμπεργκ καθώς περίμενε αμφίβια απόβαση ενώ ο πραγματικός στόχος των Γερμανών ήταν το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Το λάθος που έκανε η Γερμανική αντικατασκοπία είχε να κάνει με το φρόνημα του Κρητικού λαού. Ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις αρχηγός της Γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών ( abwehr) είχε ενημερώσει τα επιτελεία ότι ο Κρητικός λαός δεν πρόκειται να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι και φιλικά προσκείμενος προς τις γερμανικές δυνάμεις ή και ακόμη να υποδεχτεί τους Γερμανούς στρατιώτες σαν απελευθερωτές.

 Ο Κανάρις στηριζόταν στο ισχυρό δημοκρατικό και αντιμοναρχικό φρόνημα των Κρητικών, οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν “Βενιζελικοί” και απεχθάνονταν οτιδήποτε έφερε...κορώνα όπως ο Βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Β'. Βέβαια η αντικατασκοπία των Γερμανών δεν υπολόγισε ότι ναι μεν οι Κρητικοί απεχθάνονταν το στέμμα, αλλά πάνω από όλα, ήταν Έλληνες και λάτρευαν την πατρίδα τους και το νησί τους περισσότερο από κάθε τι. Οι Γερμανοί λοιπόν νόμιζαν ότι θα πάνε ένα “ταξιδάκι αναψυχής” στην Κρήτη.
Στις 8.00 το πρωί η Μάχη της Κρήτης ξεκινούσε. Η Κρήτη θα γινόταν ένα τεράστιο νεκροταφείο επίλεκτων Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων τέθηκε ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, 51 ετών, βετεράνος πιλότος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε στη διάθεσή του 1190 αεροπλάνα (πολεμικά και μεταγωγικά) και 29.000 άνδρες (αλεξιπτωτιστές και πεζικάριους), ενώ οι Ιταλοί θα συνεισέφεραν 3.000 στρατιώτες. Η επίθεση εκδηλώθηκε στο αεροδρόμιο του Μάλεμε αλλά και στην ευρύτερη περιοχή των Χανίων. Οι σύμμαχοι και οι Κρητικοί (οι οποίοι παρεμπιπτόντως πολεμούσαν με όπλα από την εποχή της Κρητικής επανάστασης) “κατέβαζαν” και εξολόθρευαν μαζικά τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Όποιος δεν έπεφτε νεκρός ενώ ήταν ακόμη στον αέρα, σκοτωνόταν, μόλις ακουμπούσε τα πόδια του στο νησί. Οι Κρητικοί όρμαγαν στους αλεξιπτωτιστές που προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από τους ιμάντες των αλεξιπτώτων τους και με επιδέξιες κινήσεις τους εξολόθρευαν χρησιμοποιώντας μόνο τα μαχαίρια τους.
Στις 16.00 ένα δεύτερο κύμα Γερμανών αλεξιπτωτιστών έπεφτε στο Ρέθυμνο και μια ώρα αργότερα στο Ηράκλειο. Οι μάχες πριν συμπληρωθεί μια ημέρα γινόντουσαν σε 4 σημεία. Μάλεμε, Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Ο πτέραρχος Στούντεντ δεν πίστευε αυτά που διάβαζε από τις αναφορές μάχης που του ερχόντουσαν. Η Κρήτη δεν ήταν ένας υγιεινός περίπατος. Τι θα έλεγε στον Φύρερ του, τώρα, πως θα εξηγούσε στον Χίτλερ τις τεράστιες απώλειες των επίλεκτων αλεξιπτωτιστών; Μια εύκολη απάντηση που σκέφτηκε ήταν να πει οι κρητικοί δεν πολεμάνε σύμφωνα με τους κανόνες πολέμου και μακελεύουν τους στρατιώτες του, στον αέρα πριν καν εκείνοι προσγειωθούν. Το σκέφτηκε για λίγο αλλά ήξερε και ο ίδιος ότι ήταν εντελώς γελοία δικαιολογία. Τη στιγμή μάλιστα που μιλάμε για την ελίτ του Γ Ράιχ που έχουν απέναντι τους απλούς πολίτες. Δάγκωσε δυνατά τη γλώσσα του σε σημείο να τη ματώσει. Τι ήθελε να υποσχεθεί στον Χίτλερ “μια πολύ εύκολη νίκη”. Έφερε το χέρι του στη μέση του και χάιδεψε το ψυχρό μέταλλο από το Λούγκερ Ρ08. Σκέφτηκε και την αυτοκτονία. Ήταν ένας ανώτατος Γερμανός αξιωματικός που ακροβατούσε στα όρια της αποτυχίας και ντρόπιαζε το στράτευμα του... Κάτι έπρεπε να κάνει να αλλάξει την κατάσταση. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά, τσαλακωμένη την πρώτη αναφορά από το Μάλεμε. Σε σύνολο 3000 αλεξιπτωτιστών που έπεσαν με το πρώτο κύμα, μόλις 150 κατάφεραν να προσγειωθούν και να προσεγγίσουν τον στόχο. Οι υπόλοιποι ή εξολοθρεύτηκαν στον αέρα ή τους σκότωσαν ακόμη και με τσάπες και με αξίνες οι κρητικοί, όταν προσγειώθηκαν και τους πήραν τον οπλισμό.
Οι μάχες συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές μετρώντας τεράστιες απώλειες κατάφεραν να καταλάβουν το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Δημιούργησαν προγεφύρωμα και σχεδόν αμέσως άρχισαν να προσγειώνονται αεροπλάνα με βαρύ οπλισμό, με τεθωρακισμένα και με ισχυρές μονάδες πεζικού. Στις 27 Μαΐου, οι σύμμαχοι υποχωρούν στα νότια του νησιού και από εκεί την επόμενη μέρα περνάνε στην Αίγυπτο. Η Κρήτη σχεδόν έχει πέσει. Οι Κρητικοί παίρνουν τα βουνά και ξεκινάνε αντίσταση και σαμποτάζ που δεν θα αφήσει τους Γερμανούς να ησυχάσουν για όσα χρόνια παραμείνουν στο νησί. Μαζί τους παραμένουν και 500 Εγγλέζοι και Αυστραλοί. Την 1η Ιουνίου πέφτει η αυλαία. 5000 μαχητές παραδίδονται στη Βέρμαχτ, έξω από τα Σφακιά.
Ο Στούντεντ για 11 μέρες είχε χάσει τον ύπνο του. Τώρα ανακουφισμένος που κατέλαβε το νησί, μετρούσε τις απώλειες του. Το χαρτί που παρουσίασε στον Χίτλερ ήταν το εξής: Οι Σύμμαχοι είχαν 3500 νεκρούς, 1900 τραυματίες και 17.500 από αυτούς συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από τις Γερμανικές δυνάμεις. Από την πλευρά τους οι Γερμανοί είχαν 3.986 νεκρούς και αγνοούμενους, 2.594 τραυματίες, ενώ έχασαν 370 αεροπλάνα. Βέβαια τα στοιχεία που παρουσίασε στον Φύρερ του, ο πτέραρχος Στούντεντ, οι Άγγλοι τα αμφισβητούν. Οι σύμμαχοι μιλούν για απώλειες των Γερμανών που ξεπέρασαν τις 15.000 νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους. Η ουσία είναι πάντως πως σε μια επιχείρηση 10 ημερών οι Γερμανοί έχασαν περισσότερους άνδρες από ότι είχαν χάσει στην επιχείρηση κατάληψης της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας μαζί. Ανώτατοι αξιωματικοί της Βέρμαχτ υπολόγισαν επίσης ότι οι Γερμανοί που σκοτώθηκαν στη Κρήτη θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κατάληψη της Κύπρου, της Συρίας, του Ιράκ και πιθανόν της Περσίας. Η 7η αερομεταφερόμενη Μεραρχία του Γ΄ Ράιχ, η επίλεκτη Μεραρχία των Αλεξιπτωτιστών στο μέλλον δεν θα παίξει πια κανένα ουσιαστικό ρόλο. Και μάλλον έτσι πρέπει να είναι αφού ποτέ μέχρι το τέλος του πολέμου οι Γερμανοί δεν χρησιμοποίησαν μαζικά το Αλεξίπτωτο για την κατάληψη μιας περιοχής.
Οι Γερμανοί περίμεναν φιέστες υποδοχής και συνάντησαν το θάνατο. Οι Κρητικοί έπρεπε να πληρώσουν για την αυθάδεια τους. Ήταν ο μισητός εχθρός που αντιστάθηκε με ότι μέσο είχε. Ήταν οι άθλιοι αυτοί άνθρωποι με τα μουστάκια και τις βράκες που τσάκισαν την ελίτ του Γερμανικού στρατού. Την 3η Ιουνίου το χωριό Κάντανος στην Παλιόχωρα στα Χανιά ισοπεδώθηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα. Μια επιγραφή αναρτήθηκε στα χαλάσματα που κάπνιζαν ακόμη από τη φωτιά: "Δια την κτηνώδη δολοφονίαν Γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του Μηχανικού, από άνδρας γυναίκας και παιδιά και παπάδες μαζί και διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την 3-6-1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων, δια να μη επανοικοδομηθεί πλέον ποτέ"
Η αντίσταση των Κρητικών είναι η πρώτη μαζική παλλαϊκή άμυνα κατά των δυνάμεων του Χίτλερ, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δυο χρόνια αργότερα αρκετά βορειότερα της Κρήτης, οι Γερμανοί θα χάσουν 1.500.000 στρατιώτες, πάλι από την παλλαϊκή άμυνα και αντίσταση ενός λαού. Στις 27 Απριλίου του 1942 ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας μετέδιδε: “"..Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον Μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ητο δυνατόν να γίνει αλλοιώς διότι είσθε Έλληνες. Εκερδίσαμεν χρόνον διά να αμυνθώμεν.
Ως Ρωσοι και ως άνθρωποι θα σας ευγνωμονούμεν" Η μάχη του Στάλινγκραντ ξεκινούσε...
Την ίδια στιγμή οι σύντροφοι του Κωστή Μανουσιδάκη στα βουνά της Κρήτης του κολούσαν το παρατσούκλι "Γκρανής", όπως συνηθίζουν να κάνουν οι Κρητικοί όταν κάποιος έχει ένα χαρακτηριστικό. Ο Μανουσιδάκης δεν αποχωρίστηκε ποτέ τον Γκρά του...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Συνολικές προβολές σελίδας